Αριστοτέλης: Η ελάχιστη αρχική απόκλιση από την αλήθεια πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια χιλιάδες φορές ---- Κικέρωνας: Ο χρόνος είναι ο κήρυκας της αλήθειας ---- Πίνδαρος: Ν’ ακονίζεις τα λόγια σου στο ακόνι της αλήθειας ---- Σοφοκλής: Το ψεύδος ουδέποτε ζει να γεράσει ---- Πυθαγόρας: Το να αποσιωπάς την αλήθεια είναι σα να θάβεις το χρυσάφι ---- Χίλων: Κάμε κτήμα σου την αλήθεια

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Ένα παραμύθι για το γιό μου








Το παραμύθι αυτό γράφτηκε έξι μήνες πριν γεννηθεί ο γιός μου. Τώρα, στα δέκα του πια, ήρθε η ώρα να το διαβάσει...


Μια φορά κι έναν καιρό σ' έναν τόπο, που ήτανε χερσόνησος μέσα σε μια θάλασσα, που αν τον έβλεπες από ψηλά έμοιαζε με νησί μέσα σε τεράστια λίμνη, ζούσε ένας καραβομάστορας που είχε το δικό του ταρσανά κι έφτιαχνε βάρκες μικρές και μεγάλες για τους συντοπίτες του. Κάθε όμως που έφτιαχνε κάποια πολύ όμορφη την εκράταγε για τον εαυτό του.

Σαν πέρναγαν τα χρόνια είχε φτιάξει τέσσερεις τέτοιες όμορφες βάρκες που κράτησε για τον εαυτό του. Κάθε μια, μόλις τέλειωνε το σκαρί της και την έντυνε με τα ξύλα της ολόγυρα, την έριχνε στο νερό και την άραζε μέσα στο μικρό λιμανάκι του ταρσανά του. Όποτε ένοιωθε μεγάλη όρεξη να φτιάξει, πάντα με τα χέρια του, κάτι όμορφο, ανέβαινε σε μία από αυτές, όποια τύχαινε, και της έβαζε άλλοτε ένα κομμάτι στην κουπαστή της, άλλοτε διόρθωνε την κουβέρτα της, άλλοτε της σκάλιζε το άρμπουρο.
Κι όσο πέρναγαν τα χρόνια, οι βάρκες ομόρφαιναν και πλούταιναν σ' αρματωσιά. Κι από καιρό σε καιρό, όποια ήταν πιο έτοιμη από τις άλλες, της σήκωνε το πανάκι και τη βολτάριζε μέσα στο κολπάκι του ταρσανά του. Πέρασαν κάμποσα χρόνια και τα βαρκάκια είχαν πια απ' όλα. Όμορφα και πλούσια στην αρματωσιά. Κι όλο εκεί δεμένα μέσα στο κολπάκι του ταρσανά.

Καμμιά φορά, άμα δεν ήταν καλά ο καραβομάστορας, ανέβαινε σε μια από όλες, καθόταν σε μια γωνιά της και της μιλούσε και της έλεγε την ιστορία της, πώς φτιάχτηκε μέσα στα χρόνια που είχαν περάσει, τι βολτίτσες είχε κάνει μαζί της γύρω από τον ταρσανά του κι άλλα πολλά για θάλασσες και ταξίδια και κόσμο που η βαρκούλα δεν είχε δει αλλά είχε δει ο ίδιος κι είχε κάνει μαζί τους κάμποσο καιρό. Τα ‘λεγε τόσο ωραία, που τα βαρκάκια ήταν σα να τα είχαν ζήσει τα ίδια.
Μα και στα κέφια του να ήταν το ίδιο πάλι έκανε. Δεν ξεχώριζε τις βάρκες, ανέβαινε σε όλες και στο καλό και στο κακό. Δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει.
Είναι και τα τέσσερα δικά μου παιδιά, έλεγε σαν τον ρωτάγανε ποιάν αγαπούσε πιότερο απ' όλες.

Τα βαρκάκια μεγάλωναν μαζί του, το ξύλο τους μέρα με τη μέρα και χρόνια με τα χρόνια έσφιγγε από το νερό και την αρμύρα της θάλασσας, έφτιαχναν ψυχή από τη ψυχή του καραβομάστορα κι έπαιρναν πνοή στο πανάκι τους απ' την ανάσα του. Σχεδόν είχαν φτιάξει και λαλιά. Όλοι σχεδόν στον τόπο έμαθαν για τα βαρκάκια κι από καμιά φορά, σαν κατέβαιναν στον ταρσανά, πηγαίνανε από τα δετάρια να τις δούνε ν' αναπαύονται πάνω στο νερό, σχεδόν να μην κουνάνε καθόλου, και περιμέναν μπας και τις ακούσουν να μιλάνε. Μερικοί λέγανε ότι τις είχαν ακούσει, άλλοι τους πίστευαν και περίμεναν να τις ακούσουν κι άλλοι δεν το πίστευαν κι έλεγαν πώς ήταν μύθος. Κανείς όμως δεν τολμούσε ν' ανέβει πάνω τους να δει πώς είναι από μέσα, κανείς δεν τόλμαγε να ρωτήσει τον καραβομάστορα αν τις πουλούσε. Κι όμως ο καραβομάστορας το ’ξερε καλά πως κάποτε θα έρθουν κάποιοι, καλοί ή κακοί δεν το ‘ξερε και το φοβόταν, να τα πάρουν τα βαρκάκια του. Έτσι πάντα γινόταν με τα βαρκάκια όλων των καραβομαστόρων, σ' όλον τον κόσμο. Κι από την άλλη τα βαρκάκια φοβότανε να μην τα πάρουν από τον καραβομάστορά τους. Μόνον αυτός ήξερε να τα κουμαντάρει, έτσι νόμιζαν τα βαρκάκια. Όποιος και να τα ‘παιρνε, όσο και να πλήρωνε για να τα πάρει, θα τα έβγαζε μέσα από το κολπάκι του ταρσανά, που τον είχαν σπίτι και θα τα ταξίδευε σ' άλλα νερά και κοντινά και μακρινά και τα βαρκάκια το φοβόντουσαν το ταξίδι. Δεν ήξεραν ότι όλες οι θάλασσες μπορούν να κρατήσουν πάνω τους βαρκάκια μικρά και μεγάλα. Όλες οι θάλασσες μπορούσαν να ταξιδέψουν βαρκάκια. Αυτό που μέτραγε ήταν αν το κάθε βαρκάκι μπορούσε να ταξιδέψει σε οποιαδήποτε θάλασσα, αν θ’ άντεχαν τα ξύλα του τον καιρό και τα πανιά και τ' άρμπουρα θ΄ αντέχανε τους αέρηδες.

Κάποτε ήρθε ένας ξένος, απ' τη μεριά της θάλασσας και σαν αντίκρισε τον τόπο, έψαξε να βρει μέρος να δέσει το καϊκι του. Είδε το κολπάκι του ταρσανά και τα τέσσερα βαρκάκια μέσα δεμένα. Στάθηκε με το καϊκι του αρόδου στη μέση του κόλπου, έβαλε τα χέρια του χωνί στο στόμα και φώναξε κατά τη στεριά:
- Ε, από τη στεριά. Να δέσω στα δετάρια; Κι είδε τον καραβομάστορα στην πόρτα του ταρσανά.
- Να δέσεις ξενομερίτη, αντιφώναξε ο καραβομάστορας. Να πάς να δέσεις εκεί δίπλα στη μεγάλη τη βάρκα μου. Εκεί έχει χώρο να σε πάρει.
Ο ξένος κίνησε το καϊκι του και σιγά σιγά το έφερε δίπλα στη μεγάλη βάρκα. Σαν έδενε και δεν ήξερε το χώρο τη χτύπησε λίγο στα μάγουλα. Έτρεξε αμέσως να το πει στον καραβομάστορα.
- Δεν πειράζει, ξενομερίτη, έτσι γίνεται καμιά φορά σα δε ξέρεις το χώρο που δένεις, του είπε ο καραβομάστορας, δεν πειράζει. Θα μείνεις καιρό, συνέχισε ρωτώντας.
- Όσο χρειαστεί μάστορα. Είμαι κουρασμένος από το ταξίδι.
- Πώς σε λένε ξένε;
- Αλατσατιανό. Έτσι με φωνάζουν πολλά χρόνια τώρα, από τότε που άρχισα να ταξιδεύω. Δεν θυμάμαι το όνομά μου.
- Καλά, έτσι θα σε φωνάζω κι εγώ τότες, απάντησε ο καραβομάστορας. Εμένα με λένε Σπύρο. Τράβα τώρα στο καϊκι σου κι άμα χρειαστείς κανά μερεμέτι, φώναξέ με.
- Ευχαριστώ μαστρο-Σπύρο, τα κάνω μόνος μου, αλλά άμα χρειαστώ τίποτα θα στο πω.
Ο Αλατσατιανός τράβηξε κατά τα δετάρια. Σταμάτησε μπροστά στο βαρκάκι που ήταν δεμένο δίπλα του. Κάτι τον ετράβηξε να σταθεί να το κοιτάξει.
Ωραίο βαρκάκι, σκέφτηκε. Έχει αρματωσιά να πάει παντού. Αλλά αυτό δείχνει πολύ καινούργιο κι αταξίδευτο.
Πήδηξε πάνω στο καϊκι του κι έπιασε να το καθαρίζει. Έπλενε κάθε κομματάκι προσεκτικά κι όσο το καθάριζε, τόσο έβλεπε τα χτυπηματάκια που είχε το σκαρί από τον καιρό. Τα ξύλα είχαν αρχίσει να χάνουν τη γυαλάδα τους, η αρμύρα είχε φάει το βερνίκι. Κόντευε να μείνει σε μερικά σημεία ατόφιο ξύλο. Μοσχομύριζαν όμως ακόμα τα ξύλα. Τόσα χρόνια κι ακόμα μοσχοβόλαγε το σαμιώτικο πεύκο. Γύρισε ασυναίσθητα και κοίταξε πάλι το βαρκάκι δίπλα του. Αραγμένο κάτω από τον ήλιο άστραφτε ολόκληρο, αφάγωτο κι αχτύπητο και το πανάκι του σχεδόν καινούργιο. Γύρισε ξανά και συνέχισε να δουλεύει στο καϊκι του.
- Το προσέχεις πάρα πολύ, άκουσε μια φωνή.
Έστρεψε προς τη στεριά να δει ποιός του μίλησε. Δεν είδε κανέναν. Θα το φαντάστηκα, σκέφτηκε και χαμογέλασε.
- Δε μου απαντάς, ξανάκουσε τη φωνή.
Ε, διάολε, ποιός είναι ξανασκέφτηκε και με κόβει από τη δουλειά μου. Κοίταξε πάλι προς τη στεριά, πάλι τίποτα.
- Σε λάθος μεριά κοιτάς ξενομερίτη. Δίπλα σου κοιτά.
Του φάνηκε ότι η φωνή γελούσε τώρα. Κοίταξε δίπλα του. Μόνο το βαρκάκι ήτανε. Να ’ταν άραγε κανένας μέσα, αναρωτήθηκε.
- Είναι κανείς εκεί, ρώτησε δυνατά.
- Ναι βρε, εγώ σου μιλάω, ακούστηκε η φωνή και το βαρκάκι τρεμόπαιξε λίγο πάνω στο νερό.
- Εσύ; Δηλαδή εσύ το βαρκάκι;
- Ναι, εγώ.
Έμεινε άγαλμα. Μεγάλα τα ταξίδια μου, σκέφτηκε και σάλεψε το μυαλό.
- Τα βαρκάκια δε μιλάνε, του ήρθε και είπε.
- Κι όμως μιλάνε. Τουλάχιστον εγώ και τ' άλλα τρία δίπλα μου έχουμε φωνή. Μας έδωσε ο καραβομάστοράς μας.
Σταυροκοπήθηκε. Άλλο πάλι και τούτο, σκέφτηκε μέσα του.
- Εμένα με λένε Αλατσατιανό. Εσένα πως σε λένε βαρκάκι;
- Εμένα με φωνάζουν Μαλαγάνα, γιατί από τότε που έπιασε να με φτιάξει ο καραβομάστορας, συνέχεια μίλαγα και τρωγόμουνα με τα ξύλα μου, είπε γελώντας το βαρκάκι.
- Έκανες ταξίδια Μαλαγάνα;
- Εδώ μέσα είμαι τόσα χρόνια. Από καμιά φορά με παίρνει ο καραβομάστορας, σηκώνει το πανί μου και κάνουμε βολτίτσα εδώ μέσα, μπροστά από τον ταρσανά. Εσύ πούθε έρχεσαι; Δε μοιάζεις για ντόπιος.
- Λίγο από την Ανατολή, λίγο από το Βορρά. Είχα περάσει από δω πριν από πολλά πολλά χρόνια και μπορεί να ήσουνα εσύ το βαρκάκι που σκάρωνε τότε ο μαστρο-Σπύρος.
- Μπορεί.
- Θα ’πρεπε όμως να ταξιδεύεις. Δείχνεις καλά αρματωμένη.
- Δε θέλω να φύγω από δω μέσα. Είναι πάντα ήσυχα κι είμαι ανάμεσα στα άλλα βαρκάκια και κάθε μέρα μιλάμε με τον καραβομάστορα. Είναι αλήθεια ωραία τα ταξίδια;
- Άλλοτε είναι ωραία, άλλοτε όχι, αλλά πάντα είναι ταξίδια. Πλέεις σε άλλες θάλασσες, ανοιχτές, άλλοτε μπουνάτσες, άλλοτε φουσκώματα, βλέπεις άλλα μέρη, βλέπεις πώς φτιάχνουν οι άλλοι καραβομάστορες τα βαρκάκια τους.
- Μα δεν είμαστε όλα ίδια;
- Όχι δεν είστε ίδια. Εσύ δεν έπρεπε να το ρωτάς αυτό. Νομίζεις ότι μιλάνε όλα τα βαρκάκια σαν και σένα;
- Μα όλα που είμαστε εδώ μιλάμε. Ο κόσμος καμιά φορά δεν μας πιστεύει, αλλά εμείς μιλάμε.
- Δεν είναι παντού έτσι. Σε πείραξε που σε χτύπησα πριν που έδενα;
- Δε με ξαναχτύπησαν, δεν έχει έρθει άλλη φορά να δέσει τίποτα εδώ μέσα. Με πόνεσε μέχρι τα μπούνια, είναι αλήθεια.
- Αν ήξερα πως μίλαγες θα ζήταγα από σένα συγγνώμη κι όχι από το μαστρο-Σπύρο.
- Δεν πειράζει. Τώρα το ξέρεις το μέρος, θα προσέχεις. Θα κάτσεις καιρό;
- Δεν ξέρω ακόμα. Θέλω πρώτα να ξαποστάσω λίγο, να δω και τον τόπο και μετά μακάρι να ήξερα.
- Κι όλο αυτόν τον καιρό ήσουνα πότε Βορρά και πότε Ανατολή;
- Μπα, όχι, γύρναγα γύρω από αυτόν τον τόπο τα τελευταία χρόνια, μα δεν είχα σταματήσει ποτέ εδώ. Μόνο απ' έξω περνούσα. Δεν θέλεις να ταξιδέψεις;
- Δύσκολο να σου πω αν θέλω ή όχι. Περιμένω κι άμα έρθει εκείνη η ώρα μπορεί.
- Σκέφτηκες ποτέ, ότι είσαι αμάθητη στους καιρούς της θάλασσας; Άμα έρθει κείνη η ώρα μη και φοβηθείς; Δεν αρκεί η αρματωσιά στο ταξίδι. Η αρματωσιά είναι μόνο παραπάνω σιγουριά. Από κει και πέρα θέλει τέχνη. Είναι περίεργοι οι καιροί. Άλλοτε πρέπει να πηγαίνεις στα όρτσα, άλλοτε στα πρίμα, χρειάζεται να μουδάρεις το πανί σου, πρώτη, δεύτερη, τρίτη μούδα, ανάλογα τον αέρα.
- Μα, άμα το άρμπουρο είναι γερό αντέχει.
- Το άρμπουρο αντέχει, το πανί αντέχει; Κι άμα αντέχει πρέπει να το ’χεις ολόγιομο; Μερικούς καιρούς πρέπει να τους καβατζάρεις αργά. Άλλους πρέπει να τους περνάς γρήγορα. Αυτά τα μαθαίνεις όμως μόνο κάνοντας δρόμους. Σιγά σιγά.
- Μπορεί να έχεις δίκιο, έκανες τόσα ταξίδια μα κι εσύ είσαι καϊκι.
- Δεν έχει σημασία. Ό,τι είναι στη θάλασσα είναι σαν τα ψάρια. Μικρά μεγάλα, όλα πλέουν με τον ίδιο τρόπο, όλα ζούνε μέσα στην ίδια θάλασσα, από το σπαράκι μέχρι τον καρχαρία.
- Σ' αυτό δίκιο έχεις. Μα τα μεγάλα ψάρια κάποτε δεν τρώνε τα μικρά;
- Αυτό είναι αλήθεια, αλλά έτσι είναι η Φύση, κάθε μεγάλο τρέφεται με το μικρότερο. Πολύ σπάνια το ίδιο γίνεται και με τα πλεούμενα. Άμα δεν προσέχει το μεγάλο και το μικρό και χτυπήσουν μεταξύ τους τότε πάντα το μικρό είναι που σπάει.
- Άρα στα ταξίδια τα μικρά κινδυνεύουν πάντα.
- Σου είπα, κινδυνεύουν άμα δεν προσέξουν ούτε τα μικρά ούτε τα μεγάλα. Άμα ήταν τόσο σίγουρο όσο το λες και το νομίζεις, τότε δεν θα υπήρχαν καραβομάστορες να φτιάχνουν βαρκάκια. Δεν θα υπήρχες ούτε κι εσύ κι αν υπήρχες θα ήσουνα μεγάλο καϊκι. Θυμήσου μόνο πώς ξεκίνησες να καταλάβεις τι σου λές. Ήσουνα κορμοί δένδρων, μετά έγινες μαδέρια και φέτες ξύλο. Τα μαδέρια γινήκανε σκαρί και δεσίματα. Το σκαρί ντύθηκε με τις φέτες. Μετά μπήκε η αρματωσιά σου κι έφτασες στο σημείο να κάνεις βόλτες εδώ μέσα. Έτσι δεν είναι;
- Έτσι είναι, αλλά πάλι βαρκάκι είμαι.
- Εδώ είναι το μυστικό Μαλαγάνα και το ξέρουν πολύ λίγα βαρκάκια. Το μέγεθος σου έρχεται πάντα δεύτερο, μετά από τη ναυτοσύνη σου. Αυτή είναι το πιο σημαντικό. Αυτό που σου είπα πριν. Να μάθεις τους καιρούς, λίγο λίγο. Το πανί στην πιο μεγάλη μούδα στην αρχή, μετά μια μικρότερη, μετά πιό μικρή μέχρι να φτάσεις να μη μουδάρεις καθόλου. Το μέγεθος σου δεν θα ’χει αλλάξει αλλά θα ξέρεις πόσο αντέχει τ' άρμπουρο και το πανί και το σκαρί σου ολόκληρο. Θα ’χουν σκληρύνει όλα σου τα ξύλα. Το μόνο που θα σου λείπει θα είναι το βερνίκι πάνω από τα ξύλα, θα ’χει φαγωθεί από τον καιρό και την αρμύρα. Αν τότε όμως το ξύλο σου συνεχίζει να μοσχοβολάει, σημαίνει ότι ζει ακόμα. Κι όσο είναι ζωντανό το ξύλο σου, πάντα θα μπορείς να ταξιδεύεις. Και θα ’ρθει ώρα, πάντα έτσι γίνεται που θα δέσεις δίπλα σε μια αταξίδευτη βαρκούλα και θα της λες τα ίδια πράγματα.
- Μπορεί να είναι κι έτσι.
- Έτσι είναι. Κοίτα τα ξύλα μου. Ξεθώριασαν κι έχουν χτυπήματα πάνω. Κοίτα στα πρύμνα να δεις τι χρονολογία χάραξε ο καραβομάστορας μου σαν μ' έφτιαξε. Μύρισε και το ξύλο να δεις ότι ζει. Γι’ αυτό μπορώ και ταξιδεύω.
- Έτσι είναι, αλλά δεν είμαστε το ίδιο σκαρί, μπορεί να μην έχουμε το ίδιο ξύλο πάνω μας.
- Σ’ αυτό έχεις δίκιο κι έτσι έπρεπε να είναι. Ο καθένας όμως μόνος του ξέρει τι ξύλο κουβαλάει πάνω του. Τόσα και τόσα πλεούμενα, όλα από το ίδιο ξύλο είναι; Όχι κι όμως ταξιδεύουν τα ίδια νερά. Άλλα πιο δύσκολα άλλα πιο εύκολα, αλλά όλα ταξιδεύουν. Για να καταλάβεις ποιά μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους, τότε πρέπει να βγεις στις πιο δύσκολες θάλασσες. Όσο πιο δύσκολες είναι οι θάλασσες τόσο πιο δύσκολα βρίσκεις πολλά βαρκάκια να ταξιδεύουν εκεί κι όσο πιο λίγα είναι αυτά τόσο πιο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους.
- Μιλάς σα να ’χεις περάσει τις πιο δύσκολες θάλασσες.
- Μπορεί να είναι έτσι, αλλά ο καθένας κρίνει τη δυσκολία με την αντοχή του και τα όρια του. Μίλι με μίλι ανακαλύπτεις τα όρια και τις αντοχές σου.
- Πες μου την πιο δύσκολη θάλασσα που πέρασες.
- Η πιο δύσκολη θάλασσα είναι πάντα αυτή που περνάς μόνος σου, είτε γιατί είναι τόσο δύσκολη που πάνε μόνο τα πολύ δυνατά σκαριά είτε γιατί το θέλεις να κάνεις ταξίδι μόνος σου. Τούτα τα ταξίδια είναι τα πιο δύσκολα που έκανα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα μόνο. Το καθένα είχε την ομορφιά του, την αγριάδα του, την περιπέτειά του, τον πόνο του και τη χαρά του, κι αφού είμαι εδώ σημαίνει ότι δεν μου έσπασαν το σκαρί. Πώς να μπορείς άραγε να ξεχωρίσεις ένα μόνο; Αφού το ένα έφερε το άλλο. Κάθε που τελειώνει ένα δύσκολο ταξίδι, το επόμενο δύσκολο θα είναι ακόμα πιο δύσκολο και πάει λέγοντας. Αν δεν περάσεις το λίγο πιο εύκολο πώς θα περάσεις το λίγο πιο δύσκολο;
- Ποιός όμως ο λόγος να ταξιδέψω; Εδώ που είμαι δε μου λείπει τίποτα, δεν νοιώθω να μην έχω κάτι ή να το θέλω πολύ.
- Μα ο λόγος είναι απλός. Είσαι βαρκάκι και τα βαρκάκια είναι για ταξίδια. Γιατί τα πουλιά να πετάνε; Είναι η μοίρα σου κι είναι όμορφη μοίρα. Είναι μια ανάγκη, αργά ή γρήγορα θα το νοιώσεις να ταξιδέψεις. Μπορεί να υπάρχει θάλασσα που σε περιμένει για την ταξιδέψεις, μπορεί να υπάρχουν βαρκάκια που περιμένουν να σε δουν καμαρωτή να πλησιάζεις. Δεν μπορεί το κάθε βαρκάκι να ξέρει τον τόπο σου και να ’ρχεται να δένει εδώ. Τόσα χρόνια, μόνη σου μου το ’πες, δεν έχει δέσει βαρκάκι άλλο εδώ. Το ταξίδι είναι αυτό που θα δώσει αξία στα ξύλα σου, αξία στην αρματωσιά σου, το ταξίδι είναι αυτό που θα κάνει το μαστρο-Σπύρο περήφανο γι’ αυτό που έφτιαξε. Κι αν ακόμα δεν στο είπε το ξέρει ότι είσαι για ταξίδι, σ' αφήνει όμως να το βρεις μόνη σου.
- Κι αν δεν βρω βαρκάκια κι αν η θάλασσα είναι μοναξιά; Κι αν δεν κάνω μ' άλλα βαρκάκια μαζί, αν με φοβούνται ή τα φοβάμαι; Αξίζει άραγε να είμαστε ολόγυρα στην ίδια θάλασσα;
- Όχι αυτό δεν αξίζει. Δέκα βαρκάκια σε μια θάλασσα που καθένα αντιμετωπίζει τον καιρό μόνο του δεν έχει νόημα. Δέκα βαρκάκια που κάθε στιγμή το καθένα τραβάει όπου θέλει, από δω κι από κει δεν έχει νόημα δεν αξίζει. Το ταξίδι είναι μια ιστορία. Ούτε και στους ανθρώπους ένας μόνος του δεν γράφει ιστορία. Τη γράφει, ο καθένας τη δικιά του, ανάμεσα στους άλλους. Κανείς δεν αντιγράφει την ιστορία του, κανείς δεν την κλέβει από τους άλλους. Τη φτιάχνει και τη γράφει μόνος του, εξαιτίας του εαυτού του και των άλλων. Αξίζει να δοκιμάζεις τη ζωή δίπλα στ' άλλα βαρκάκια σε πολλές θάλασσες, με πολλούς καιρούς. Άλλοτε σε φέρνει η τύχη δίπλα τους, άλλοτε η ρότα σου άλλοτε η ρότα τους. Όσο πιο πολύ κινείσαι τόσο πιο εύκολο είναι και για σένα και για τα άλλα να πλησιάστε. Κι αν χτυπήστε, εκεί θα δεις τη δύναμη των ξύλων σου και την αντοχή τους. Κι αν ακόμα σπάσει το ξύλο σου, κάποιο βαρκάκι θα έρθει να σε τραβήξει σε πιο ήσυχη θάλασσα με πολύ λιγότερα βαρκάκια, μπορεί και κανένα κι αν ακόμα χρειαστεί κάποιο βαρκάκι, ίσως και το ίδιο, θα σε σύρει σιγά σιγά και σίγουρα θα σε σύρει εδώ που είσαι τώρα, στο μαστρο-Σπύρο να σε μερεμετίσει. Και θα περάσει ο καιρός και θα μάθεις να μερεμετίζεσαι μόνη σου καταμεσίς στο πέλαγος ή άμα είναι άσχημο το χτύπημα σε κάποιο ξεχασμένο απάνεμο.
- Μα μπορεί κανένας να είναι σίγουρος ότι τα πράγματα γίνονται έτσι;
- Όχι δεν μπορεί να είναι κανένας σίγουρος για τίποτα εκτός από τον εαυτό του. Ούτε μπορείς να πάρεις κάποιου τον εαυτό άμα σ' αρέσει να τον κάνεις δικό σου. Μπορείς μόνον να χτίζεις το δικό σου. Αν τον χτίζεις μακριά από τους εαυτούς των άλλων ποτέ δεν θα μάθεις τι είναι αυτό που έφτιαξες. Μπορεί να σου μοιάζει ο ιδανικός εαυτός, μπορεί και να είναι. Βρίσκεις μόνη σου τα πάντα, τ' ανακαλύπτεις πάλι από την αρχή, ενώ θα μπορούσες να τα παρατηρήσεις στ' άλλα βαρκάκια και σχεδόν να τα ξέρεις και να τα φέρεις ίσα πανιά ίσα κουπιά στο δικό σου μέγεθος κι αυτό που θα σου ’χει απομείνει μόνον είναι ατέλειωτα μοναχικά ταξίδια, μέχρι που θα σαπίσεις επειδή κάποτε φτάνει κι αυτή η ώρα. Τα βαρκάκια όμως, όποιος κι αν τάχει φτιάξει, είναι για να ταξιδεύουν, να μαθαίνουν και να μαθαίνονται και κάποια στιγμή ν' αράξουν σ' ένα λιμανάκι μ' ανοιχτωσιά σ' όλες τις θάλασσες να βλέπουν τα νέα βαρκάκια στα δικά τους ταξίδια και να ’χουν ακόμα αντοχή αν χρειαστεί να ξαναταξιδέψουν, να βγουν από το λιμανάκι τους, να σώσουν τα νέα βαρκάκια αν χρειαστεί, να μάθουν κάτι που σκέφτηκαν ότι δεν το ήξεραν και δεν το είχαν μάθει. Κι εκεί μέσα στο απάνεμο λιμανάκι τους θα φτιάξουν μικρά βαρκάκια από το δικό τους ξύλο, θα τους δώσουν κομμάτι από την αρματωσιά τους, θα τους πουν για τα ταξίδια τους, θα τα βγάλουν σιγά σιγά στα πρώτα τους ταξίδια.
- Μα αυτά που μου λες δεν είναι βαρκάκια είναι άνθρωποι.
- Νύχτωσε και πρέπει να κοιμηθώ να ξεκουραστώ.
- Μα πες μου. Αυτά είναι βαρκάκια για άνθρωποι;
- Δεν θα σου απαντήσω, μόνο αναρωτήσου, τ' όνομα σου είναι χαραγμένο στην πλωριά σου τη μάσκα ή στην ψυχή σου; Η απάντηση που θα δώσεις είναι η απάντηση που μου γυρεύεις. Καληνύχτα.

Έτσι γίνανε στ' αλήθεια τα πράγματα, το βαρκάκι μίλαγε σ' άνθρωπο κι ο άνθρωπος στο βαρκάκι, ήμουνα εκεί δα και τους άκουγα όλες τις ώρες.

Πάθη, οργή και Umberto Eco

...Τα πάθη κινούνται αντιθετικά και κατά ζεύγη (π.χ. αγάπη-μίσος). Όταν το άτομο αντιμετωπίζει κάτι που δύσκολα μπορεί να κατακτηθεί ή μετατρέπεται σε προσπάθεια (και τότε έχουμε ελπίδα και τόλμη) ή αποθαρρύνεται (και τότε έχουμε την απελπισία και τον φόβο).
Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η οργή, το μόνο πάθος που δεν αντιπαρατίθεται σε κανένα άλλο. Δεν έχει αντίθετα και συνεπώς είναι το αντίθετο του εαυτού του, με άλλα λόγια είναι ένα πάθος αντιφατικό.
Η οργή θέλει και δεν θέλει. Θέλει το καλό, επειδή γεννιέται από μια βασανιστική λαχτάρα για δικαιοσύνη, θέλει όμως και το κακό εκείνων που διέπραξαν αδικίες. Θέλει ταυτόχρονα τη δικαιοσύνη και την αδικία, συλλογίζεται λογικά και παράλογα.
Προκαλεί μια παράξενη ευχαρίστηση, μια γλυκιά αναταραχή στην καρδιά, εμποδίζει όμως τη χρήση της λογικής και συχνά οδηγεί σε μια μακρόχρονη και τρομερή σιωπή.
Η οργή είναι δυστυχισμένη γιατί στέκει στα μισά του δρόμου, ανάμεσα στη δράση και την απραξία. Είναι ένα πάθος που εκδηλώνεται σε περιόδους κρίσης και είναι λανθασμένο, τόσο στο καλό όσο και στο κακό. Είναι ένα νευρωτικό πάθος που δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά.
Κι ανάμεσα σ' όλους τους οργισμένους και έξαλλους, οι πιο επικίνδυνοι δεν είναι αυτοί που έχουν άδικο, ούτε εκείνοι που πιστεύουν (αδίκως) ότι έχουν δίκαιο, αλλά εκείνοι που πραγματικά έχουν δίκαιο...